Η μεγάλη εορτή του καλοκαιριού

Ο ήλιος απλώνει καυτά τα δίχτυα και την δεκαπενταύγουστη γιορτή αγκαλιάζει παντού κι ολούθε στη γη όπου πατούμε, όπου κτυπά ορθόδοξη καρδιά, ευθεία, καθαρή, όρθια, ανδρωμένη, γιομάτη πάθος, πόνο και χαρά.

Εκείνο το πνεύμα το θεϊκό, το παντοδύναμο κι αμόλυντο, λούζει τους δρόμους, τις πλατείες,  τα σπίτια, τα μοναστήρια στα βουνά, τις θάλασσες και τις απόμερες κορφές. Ραίνει το αγιασμένο ανθόνερο στη «γούρνα της βάπτισης». Στάσου για λίγο αμαρτωλή ψυχή και σκέψη μου, να δροσιστείς εσύ, ξερή και στραγγισμένη, τούτες τις μέρες που η αρρώστια σαν ληστές μας κυνηγά κι ο πόλεμος χαμογελά ειρωνικά πίσω απ΄ τις μάσκες της τυφλής δικαιοσύνης.

Κι αν όντως η υπέρτατη αυτή καλοκαιριάτικη γιορτή μία σταλιά τρυπούλα ανοίξει για να ορμήξει το άγιο φως και το σκοτάδι να λυγίσει, αν όντως πληρωθεί το πεινασμένο πνεύμα μας, αν όντως φχαριστηθεί η ψυχούλα μας και η πνοή μας γαληνέψει, αν όντως το κερί στην εκκλησιά το χέρι μας χαδέψει και το κρατά γερά στο διάβα της ζωής μας, κι αν όντως όλα γίνουν όπως πρέπει, αξία έχει εμείς τι αποφασίσαμε να κάνουμε τη χάρι που ο Θεός απλόχερα μας δώρισε. Γιατί το δώρο χάνεται στη λήθη αν δεν το κάνεις κόπο, αν δεν το μεταδώσεις, αν δεν χαρούν την προσφορά και οι συνάνθρωποί σου.

Έτσι λοιπόν τούτες τις μέρες που ο θηρευτής ο άνθρωπος και θήραμα συνάμα, στο μπερδεμένο του μυαλό γαλήνη ακουμπάει, ας είν’ οι ευχές βαθιές να μείνουνε στο χρόνο, ας βρέξει αγάπη, φως, ζωή στα πέρατα του κόσμου κι ας μείνει πάντα στη ματιά χαρά κι αδελφοσύνη.

Για όλους, όλες, όλα.

Παρεμφερή Αρθρα