Το ακορντεόν του δρόμου

Κάτω από το άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τα χέρια ενός μουσικού μοίραζαν νότες στον θορυβώδη δρόμο της οδού Σταδίου. Η μόνιμη επιγραφή επίκλησης για φιλοδώρημα «ΠΕΙΝΑΩ»  είχε βολευτεί στην ολάνοιχτη βαλιτσούλα που του χρησίμευε άλλοτε ως ταμείο και άλλοτε ως θήκη μεταφοράς του ακορντεόν. Στο πλάί το μεταφορικό μέσο του αίθριου μαγαζιού του.

Εριξα κι εγώ τον οβολό μου στην βαλιτσούλα του κι ένα χαμόγελο γεννήθηκε στο πρόσωπό του. Μου έστειλε ένα ευχαριστώ γνέφοντάς με το κεφάλι ενώ συνέχισε να χαϊδεύει τα πλήκτρα. Αμέσως μετά η έκφρασή του επέστρεψε στο πρότερο κουρασμένο βλέμμα. Του ζήτησα να τον φωτογραφίσω και δέχθηκε. Το χαμόγελο όμως δεν επέστρεψε. Τον ευχαρίστησα, τον χαιρέτησα κι έφυγα.

Καθώς παρατηρούσα την φωτογραφία στον υπολογιστή η ματιά του με έβαλε σε σκέψεις. Δεν είμαι σίγουρος αν τελικά ήταν κουρασμένος, θα έλεγα καλύτερα γαλήνιος. Η έντονη φυσική μου καχυποψία πλησίασε και μου ψιθύρισε πονηρά «Ξέρεις τι λέει μέσα του; Τι θέλει και τραβάει φωτογραφίες; Δε με αφήνει στην ησυχία μου;». Κι εκεί που είμαι έτοιμος να τα βάλω με τον εαυτό μου για την αγένειά μου ξαφνικά ξεπηδά η ψυχραιμία και μου λέει φωναχτά «Μην τα βλέπεις όλα τόσο συναισθηματικά. Κι αυτός το ψωμί του βγάζει.». Βούτηξα πάλι στην οθόνη και προσπάθησα να αφουγκραστώ το βλέμμα του. Μου φαίνεται σα να θέλει να γελάσει αλλά μια ταπεινότητα τον κρατάει στα όρια της πραγματικότητας. Κοίταξα αρκετή ώρα την φωτογραφία και τελικά οδηγήθηκα στο ακορντεόν. Γιατί αυτό μας ένωσε. Δεν μας ένωσε ούτε η επαιτεία ούτε η ελεημοσύνη ούτε ο πόθος της φωτογραφίας. Μας ένωσε το ακορντεόν του δρόμου.

Και το ακορντεόν συνέχισε να σκορπίζει μελωδίες στους διαβάτες.

Related Posts